ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε.
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Με αφορμή δημοσίευμα πρωινής εφημερίδας, το Σάββατο 28 Ιουνίου 2008, με το οποίο αμφισβητείται η σημαντική αύξηση του κόστους της ΔΕΗ, από έτος σε έτος, λόγω της ανόδου των τιμών των καυσίμων, επειδή-κατά το δημοσίευμα-η εν λόγω άνοδος των τιμών εξουδετερώνεται από την υποτίμηση του δολαρίου έναντι του ευρώ, από την Επιχείρηση επισημαίνονται τα ακόλουθα:
· Οι δαπάνες για υγρά καύσιμα και φυσικό αέριο εκφρασμένες σε εκατ.ευρώ, έτσι ώστε να συνεκτιμάται η όποια επίδραση από την υποτίμηση του δολαρίου έναντι του ευρώ, διαμορφώθηκαν από το 2004 ως εξής (εκατ ευρώ):
2004 : 734
2005 : 994
2006 : 1.257
2007 : 1.416
παρουσιάζοντας μέση ετήσια αύξηση 24,5%.
· Αντίθετα, τα έσοδα απο πωλήσεις ηλεκτρικής ενέργειας, διαμορφώθηκαν από το 2004 ως εξής (εκατ ευρώ):
2004: 3.791
2005: 3.965
2006: 4.443
2007: 4.808
παρουσιάζοντας μέση ετήσια αύξηση 8,2% .
· Απο τα προαναφερθέντα, είναι πασιφανές ότι, στην περίοδο 2004-2007, η μέση ετήσια ποσοστιαία αύξηση των δαπανών για υγρά καύσιμα και φυσικό αέριο, ήταν τριπλάσια απο την αντίστοιχη αύξηση των εσόδων απο πωλήσεις ηλεκτρικής ενέργειας, με αποτέλεσμα το 2007 να χρειάζεται το 29% των εσόδων της ΔΕΗ για την κάλυψη των δαπανών αυτών, έναντι μόλις 19% το 2004 (αύξηση 10 ποσοστιαίων μονάδων)
· Λόγω της ραγδαίας αύξησης των τιμών των υγρών καυσίμων και του φυσικού αερίου το 2008, εκτιμάται ότι, η κάλυψη της δαπάνης για υγρά καύσιμα και φυσικό αέριο θα απορροφήσει το 35% των εσόδων από πωλήσεις ηλεκτρικής ενέργειας ,έναντι 29% το 2007 και μόλις 19% το 2004.
· Επιπρόσθετα, σημειώνεται ότι σε περίπτωση κατά την οποία οι τιμές των καυσίμων και η ισοτιμία ευρώ/ δολαρίου διατηρηθούν στα επίπεδα του τέλους Μαίου 2008, η δαπάνη της ΔΕΗ για υγρά καύσιμα και φυσικό αέριο εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε περίπου 2 δις ευρώ, αυξημένη κατά 40% περίπου σε σχέση με την αντίστοιχη δαπάνη το 2007.
· Ειδικότερα, το πρώτο τετράμηνο του 2008, το 49% των εσόδων της Επιχείρησης διατέθηκε για την κάλυψη των δαπανών για υγρά καύσιμα, φυσικό αέριο, αγορές ενέργειας (οι τιμές των οποίων όπως είναι φυσικό διαμορφώνονται από την εξέλιξη των τιμών των καυσίμων) και δικαιώματα εκπομπών CO2, ενώ, το αντίστοιχο μέγεθος το 2007 ήταν 41%. Συνεπώς, το 2008 τα μισά από τα έσοδα της Επιχείρησης είναι άμεσα εκτεθειμένα στη διακύμανση των διεθνών τιμών των καυσίμων και των δικαιωμάτων εκπομπών CO2.
Σε ό,τι αφορά τα στοιχεία που αναφέρονται στο ίδιο δημοσίευμα σύμφωνα με τα οποία "το κόστος εξόρυξης του λιγνίτη από 8 ευρώ ανά τόνο το 2005 έχει φθάσει στα 13 ευρώ" αυτά είναι πέραν πάσης πραγματικότητας. Η αλήθεια είναι η εξής:
· Υπάρχουν διάφορες ταξινομήσεις και επομένως ορισμοί του κόστους. Το αναφερόμενο στο δημοσίευμα κόστος των 8,0 ευρώ/τόνο το 2005, είναι το άμεσο κόστος εξόρυξης του λιγνίτη, στο οποίο περιλαμβάνονται μόνο οι δαπάνες μισθοδοσίας, υλικών, και εργολαβιών, καθώς και οι φόρoι και τέλη. Το αντίστοιχο άμεσο κόστος εξόρυξης του λιγνίτη διαμορφώθηκε το 2007 σε 8,97 ευρώ/τόνο, παρουσιάζοντας αύξηση 12,1%. Αν ληφθεί υπόψη ο ρυθμός πληθωρισμού της διετίας 6,2% και η χειροτέρευση της σχέσης εκμετάλλευσης ( λιγνίτης προς εκσκαφές) 6,4%, προκύπτει ότι το μοναδιαίο κόστος του λιγνίτη σε σταθερές τιμές και συνθήκες εκμετάλλευσης διαμορφώθηκε κατά 0,9% χαμηλότερα.
Σημειώνεται ότι το αναφερόμενο στο δημοσίευμα κόστος των 13 ευρώ/τόνο το 2007, αντιστοιχεί στο πλήρες κόστος εξόρυξης του λιγνίτη, στο οποίο περιλαμβάνεται επιπλέον το κόστος της αναλισκόμενης ηλεκτρικής ενέργειας, οι αποσβέσεις και απόδοση 8% στα επενδεδυμένα κεφάλαια στο πλαίσιο του λογιστικού διαχωρισμού. Κατά συνέπεια, τα προαναφερόμενα δύο μεγέθη κόστους δεν είναι συγκρίσιμα και ο οποιοσδήποτε υπολογισμός ζημίας που γίνεται με βάση τη μεταξύ τους διαφορά, όπως αυτή των 250 εκατ. ευρώ, δεν έχει κανένα απολύτως νόημα. Έτσι, τα λιγνιτωρυχεία της ΔΕΗ κάθε άλλο παρά σε "μαύρο χάλι" είναι, όπως υποστηρίζεται στο σχετικό δημοσίευμα.
Εύλογα ερωτήματα δημιουργούνται, επομένως, για τις σκοπιμότητες που υποκρύπτουν οι σοβαρές ανακρίβειες αυτού του δημοσιεύματος. Πολύ περισσότερο όταν οι στοιχειώδεις κανόνες δεοντολογίας επιβάλλουν, πριν από τη δημοσιοποίηση προσωπικών απόψεων ή στοιχείων, τη διασταύρωσή τους με τις πηγές και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τους αρμόδιους υπηρεσιακούς παράγοντες της ΔΕΗ.
Η ΔΕΗ λυπάται που υποχρεώνεται να διαψεύσει ρητά και κατηγορηματικά τις ανακρίβειες που δημοσιεύθηκαν. Είναι αναγκασμένη, όμως, να το κάνει, αφού θίγονται το κύρος και η αξιοπιστία της Εταιρείας και ο επαγγελματισμός των υπηρεσιακών της παραγόντων.
Αθήνα, 30 Ιουνίου 2008 ΑΠΟ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ